αρρενωπός

αρρενωπός
η , ό[ν]
1) мужественный; 2) возмужалый; 3) см. ανδροπρεπής

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "αρρενωπός" в других словарях:

  • ἀρρενωπός — masculine looking masc nom sg ἀρρενωπός masculine looking masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρρενωπός — ή, ό (AM ἀρρενωπός, ή, όν) 1. αυτός που έχει ανδρική εμφάνιση 2. επίρρ. ἀρρενωπῶς θαρραλέα, σταθερά αρχ. (για πράγματα) αυτός που αρμόζει σε άνδρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < άρρην, ενος + ωπος < ωψ, ωπος < *ωψ, *ωπός «όψη, μάτι, πρόσωπο», πρβλ. οψ,… …   Dictionary of Greek

  • αρρενωπός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που έχει αντρίκια όψη, ανδροπρεπής: Η εμφάνιση του φίλου σου είναι πολύ αρρενωπή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀρρενωπότερον — ἀρρενωπός masculine looking adverbial comp ἀρρενωπός masculine looking masc acc comp sg ἀρρενωπός masculine looking neut nom/voc/acc comp sg ἀρρενωπός masculine looking adverbial comp ἀρρενωπός masculine looking masc acc comp sg ἀρρενωπός… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρενωπόν — ἀρρενωπός masculine looking masc acc sg ἀρρενωπός masculine looking neut nom/voc/acc sg ἀρρενωπός masculine looking masc/fem acc sg ἀρρενωπός masculine looking neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρενωπότατον — ἀρρενωπός masculine looking masc acc superl sg ἀρρενωπός masculine looking neut nom/voc/acc superl sg ἀρρενωπός masculine looking masc acc superl sg ἀρρενωπός masculine looking neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρενωπῶν — ἀρρενωπός masculine looking fem gen pl ἀρρενωπός masculine looking masc/neut gen pl ἀρρενωπός masculine looking masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρενωποτέρου — ἀρρενωπός masculine looking masc/neut gen comp sg ἀρρενωπός masculine looking masc/neut gen comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρενωποῖς — ἀρρενωπός masculine looking masc/neut dat pl ἀρρενωπός masculine looking masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρενωποί — ἀρρενωπός masculine looking masc nom/voc pl ἀρρενωπός masculine looking masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρενωποῦ — ἀρρενωπός masculine looking masc/neut gen sg ἀρρενωπός masculine looking masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»